Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

ΣΑΝ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΘΑΛΑΣΣΑ






















         ΣΑΝ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΘΑΛΑΣΣΑ


    'Ολη η νύχτα με πλημμύρισε χρόνο.
     Το Σύμπαν βρέχει πεφταστερια
     ενάντια στα βήματά μου
     σαν μια άλλη θάλασσα από άστρα
     και πέτρες
     αλλά με κάτι μέσα της
     που είναι μια φωνή
     αιώνια.

    





Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

ΕΡΩΤΕΥΘΗΚΕ ΤΗ ΝΥΧΤΑ















    ΕΡΩΤΕΥΘΗΚΕ ΤΗ ΝΥΧΤΑ


      Αγάπησε
      τον ουρανό
      και τ' άστρα
      του πήραν το μυαλό.

      Ερωτεύθηκε
      τη νύχτα
      και ένα άγριο νιο φεγγάρι
      του' κλεψε το πρόσωπο.


   




Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

ΕΙΜΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΙΚΟΣ





















          ΕIΜΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΙΚΟΣ

                                                                    στον Κώστα Κρεμμύδα

  
   Ξαπλώνω
     πλέω στο βυθό του είναι
     λατρεύω τη ναυσιπλο'ί'α της νύχτας
     τα όνειρα πήζουν γύρω μου
     το σώμα μου φωτίζεται
     κατεβαίνω στο βάθος της ζωής
     εγκαταλείπομαι στη ροή του να θέλω
     αυτό που δεν έχω θελήσει.

     Είμαι υπηρέτης της ακατανόητης στιγμής
     φτιαγμένος από ένα σωρό πράγματα
     που με αγνοούν
     και τα αγνοώ.

     Δεν υπάρχει σίγουρη εικόνα μας
     όλες οι φωτογραφίες διαφέρουν μεταξύ τους.

     Ποτέ δεν νιώθω την ψυχή μου να έχει οροθετηθεί
     Εντούτοις αισθάνομαι περιτοιχισμένος
                                                          περιφραγμένος.

     Είμαι ελεύθερος αλλά ταξινομημένος
     ωστόσο έχω το δικό μου άπειρο
     που περιέχεται στο δικό σου άπειρο
     που ενσωματώνει το δικό του άπειρο
     ................................................................
     ................................................................
    'Ετσι ζούμε μέσα σε αμοιβαίες απομακρύνσεις
     υπάρχουμε γιατί ο κόσμος είναι ανεπαρκώς γνωστός μας.
   
     Είμαι λοιπόν η φωνή του αγνώστου
     ό,τι άγνωστο φέρνω μέσα μου
     είναι εκείνο που με ορίζει.

     Το αβέβαιο αποτελεί ακριβώς εμένα τον ίδιο
     θυσιάζω μέσα μου ό,τι ποθούσα να είμαι
     το κενό είναι η αφετηρία μου
     το τίποτα είναι η απαρχή μου.

     Είμαι η πράξη που ακυρώνει το αποτέλεσμα
     Είμαι συμπτωματικός.


 


Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

Η ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

















           Η ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ


     Στην απουσία μου αρχίζω πάλι να πέφτω
     στα χαρτιά, όπως η βροχή
     Δεν ξέρω αν βρίσκομαι εδώ ή εκεί
     στο δωμάτιο ή στον σπασμένο ουρανό
     Οι λέξεις παγόνια που κουρνιάζουν στο μέτωπό μου
     Γράφω όσο γίνεται πιο μακριά από μένα
     Αυτά που γράφω είναι σαν μαύρα κλωνάρια
     που διπλώνονται στη νύχτα
     Κινούμαι σαν τη φωτιά
     στο αβέβαιο χαρτί που μπερδεύεται με τ' όνειρο
     Δανείζω το χέρι μου στο φως
     Πηγαίνω μακρύτερα κι απ' τον εαυτό μου
     Δεν σταματώ
     ξαπλωμένος ανάμεσα στις λέξεις σαν έρωτας
     Τίποτα δεν μου αρκεί
     Δεν επαρκώ για τίποτα
     Η φωτιά που πνέει μπορεί και να με κάψει
     Νιώθω τη λέξη μέσα μου κι ωστόσο είμαστε δυο ξένοι
     Το ποίημα που πάλλεται μες στο λεηλατημένο φως
     διαρκεί όσο ένας οργασμός

     Αυτό που μένει μετά τη φωτιά
     είναι οι λέξεις αλώβητες σαν κρύες πέτρες
     κι η στάχτη του έρωτά μας.
    




Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

ΣΚΟΝΗ ΚΑΙ ΑΝΕΜΟΣ


























             ΣΚΟΝΗ ΚΑΙ ΑΝΕΜΟΣ


      Η γραφή μπαίνει νωρίς στη ζωή σου
      όταν λήξει το αιώνιο
      σαν ένας λόγος
      μες στον οποίο αποκοιμιέται η θλίψη σου.

      Γράφεις κάτω απ' τα κλεισμένα βλέφαρα της λύπης
      κάτω απ' τον ήλιο ή το σκοτάδι της ψυχής σου
      ψάχνεις μες στις μαύρες φτυαριές των λέξεων
      πετάς τις φράσεις στο κενό του χαρτιού
      και σου ξαναγυρίζουν όλο και περισσότερες.

      Αγγίζεις με το γυμνό σου χέρι
      εκεί που ματώνει η καρδιά.

      Οι λέξεις σου ξεκολλούν από κήπους κατάφωτους
      και σκοτεινές ρεματιές.
      Είναι το βουητό του γάργαρου νερού
      στις αμμουδιές του αίματος
      χωράνε στην παλάμη σου
      στο μάτι του αετού
      ανάβουν στον καθαρό αέρα.

      Έρχονται απ' το βάθος μιας απύθμενης μοναξιάς
      απ' την άφθονη απουσία σου
      και τρυπώνουν στο γαλάζιο αέρα της σελίδας.

      'Ετσι μαθαίνεις τη γραμματική της σιωπής
      το μάθημα του κενού.

       Χρειάζεσαι χρόνο για να μάθεις
       χρόνο για να συναντήσεις τον εαυτό σου.

      Οι λέξεις σου είναι φτιαγμένες από σκόνη
      το ποίημα από άνεμο.

      Αυτό που μένει τελικά
      είναι ό,τι πολυτιμότερο έχουν τα όνειρά σου

      Σκόνη και άνεμο.

      





Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2014

ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΚΟΙΜΑΤΑΙ


















            AΥΤΟΣ ΠΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΚΟΙΜΑΤΑΙ


    Είναι αυτός που ποτέ δεν κοιμάται
    που μπορεί να κάνει τα πάντα
    αφού είναι ο κανένας κι είναι ο καθένας.
    Δεν τον διαφθείρει εκείνο που τον πλησιάζει
    γιατί πάντα απομακρύνεται.

   'Ερχεται στον κόσμο σα γεωμέτρης του τίποτα.
    Υπολογίζει το κάθε τι από ένστικτο.
    Γνωρίζει πως το κέντρο κι η περιφέρεια δεν υπάρχουν.
    Ακόμη δεν έφθασε κάπου
    κι όμως γνωρίζει αυτά που θα γίνουν.
    Υπάρχει τόση λίγη πραγματικότητα στη ζωή
    μα αυτός πάντα άγρυπνος
    καταμεσής του τώρα
    ξοδεύει το χρόνο του δίχως να τον μετρά.
    Δεν είναι από εδώ
                          Δεν είναι από κει
                                               Δεν είναι από πουθενά.
    Γιατί είναι από παντού.
    Είναι ο ίδιος ο θρίαμβος
    που φωτίζει και διασχίζει το πέρασμά του.
    Αιώνιος κι ακλόνητος
    γιατί μόνο μ' αυτό τον τρόπο
    μπορούμε να γνωρίσουμε τον κόσμο
    μένοντας μέσα του κι αποφεύγοντάς τον συνάμα.
    Ζει απ' αυτό που δέχεται απ' τον κόσμο
    απ' αυτό που του παίρνει.
    Τα λόγια του γίνονται ένα με την εικόνα του.
    Είναι σε μια κατάσταση κίνησης κι ακινησίας.
    Τίποτε δεν ανακόπτει την ταχύτητα του φωτός μέσα του.
    Κανένας ύπνος δεν τον καταβάλλει.
    Παντα λεύτερος ενεδρεύει κάτω απ' τα νεκρά
                                                                  φύλλα του ύπνου.
    Δεν έχει ηλικία.
    Ο χρόνος γλιστράει δίπλα του
    στο άνθος του κενού.
    Είναι ένα πτερόεν πνεύμα.


     
   



Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΩΙΝΑ ΣΟΥ ΑΝΘΙΖΟΥΝ

















  ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΩΙΝΑ ΣΟΥ ΑΝΘΙΖΟΥΝ  



Τώρα που όλα τα πρωινά σου ανθίζουν
και το παρελθόν με το παρόν ενώνονται
μ’ ένα ανοιγοκλείσιμο του ματιού σου.

Τώρα που τα φύλλα των δέντρων τρέμουν
και το ποτάμι ψάχνει την πηγή του.

Τώρα που ησυχάζουν τα σκοτεινά νερά της καρδιάς σου
και στο στόμα σου γεννιέται ένα κελάηδημα.

Άνεμοι λαμπεροί σηκώνονται στο μυαλό σου
και φιλντισένια σύννεφα ανεβαίνουν στα μαλλιά σου.

Έτσι όπως είσαι πιασμένος
ανάμεσα στ’ αγέννητο και σ’ αυτό που ζει
μπορείς αν προσπαθήσεις λίγο
να υπερβείς τον κύκλο της φθοράς και της ανάγκης

φτιάχνοντας ένα νέο υφαντό του κόσμου
με πολύχρωμα φυλλώματα και μουσικές.







Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

ΜΕΣ' ΣΤΗΝ ΟΛΟΦΩΤΗ ΩΡΑ





ΜΕΣ' ΣΤΗΝ ΟΛΟΦΩΤΗ ΩΡΑ


Μέσ’ στην ολόφωτη ώρα
ανασαίνοντας αργά
τ’ αρώματα της μέρας
καθώς ο ήλιος
παλεύει στο μέτωπό μου
με σπαθιά διάφανα
πατώντας απαλά στις πέτρες του μεσημεριού
στα ολοζώντανα χορτάρια
στη σιωπή που κλαίει
μ’ ένα κορμί δίχως βάρος
από το ίδιο μου το είναι ξεχειλίζοντας
τώρα που βουλιάζει σάρκα και ψυχή
σ’ ένα μονάχα όνειρο
τώρα που ξεδιπλώνεται το φως το μέγα

πέφτω σα χρυσή βροχή
στη στέρνα τ' ουρανού.







Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Η ΜΕΡΑ ΣΟΥ Η ΑΛΗΘΙΝΗ
















      
 Η ΜΕΡΑ ΣΟΥ Η ΑΛΗΘΙΝΗ

                                               Στον Παντελή Γιαννουλάκη



Η μέρα κυλά γλυκά και μένει.
Περπατάς στη γη που έχεις ξεχάσει.
Ένας παιδικός ήλιος σ’ ακολουθεί.
Το ποτάμι περνά μέσα απ’ τα δάχτυλά σου
κι οι πύλες του μυαλού σου άνοιξαν για πάντα.
Τώρα τρέχεις στ’ άλση και τα’ άγρια δάση της ψυχής σου.
Τα σύννεφα αναπαύονται μέσα σου
και τα πουλιά σε χαιρετούν και σε φιλούν στο στόμα.
Ο δρόμος σου σε κρατάει απ’ το χέρι πάλι
κι ο χρόνος κουράστηκε να σε κυνηγά
και ξάπλωσε σ’ ένα μοναχικό δέντρο.

Τώρα μιλάς σαν το νερό
μιλάς σαν το ποτάμι
ευγενικό νερό και συ
που τρέχεις και δε φτάνεις.

Είσαι πουλί
είσαι παιδί
που παίζει
μέσα στις ώρες τις ακίνητες.

Η μέρα σου που κρατάς η αληθινή
δε θα λιώσει
μέσ’ στη φούχτα σου.




Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

ΟΠΩΣ ΘΑ 'ΛΕΓΕ ΚΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ

















  ΟΠΩΣ ΘΑ' ΛΕΓΕ ΚΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ


                   'Επρεπε να ράβεις
                και να κεντάς
                ανάμεσα στο δέρμα και στο αίμα
                μια γλώσσα που λέγεται σιωπή
                για να καίει πιο δυνατά
                κι όχι να κουνάς τα βυζιά σου
                πετώντας λέξεις στο χαρτί
                όπως θα 'λεγε κι ο ποιητής
                Μιχάλης Κατσαρός.
             
     







Ο ΛΟΓΟΣ











ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΣ ΜΕΣ' ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ


























 ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΣ ΜΕΣ' ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ   
   


Περιπλανώμενος μέσ’ στο παρόν
σ’ ένα εκτυφλωτικό τίποτα
αφήνοντας όλες τις σκέψεις πίσω σου
τους ήχους πίσω απ’ τις σιωπές
πηγαίνοντας απ’ τον ένα εαυτό στον άλλο
συνθλίβοντας το διάστημα με τα χέρια σου
με μια φωτιά στο μυαλό σου
που καίει όλους τους ηλίθιους νόμους
μέσα σ’ ένα σώμα που ονειρεύεται
διέλυσες όλα τα κακά ξόρκια του κόσμου
πάνω στα γλυκά μάτια των πουλιών.

Τώρα ελεύθερος μέσ’ στο τίποτα
ξεχνάς το αύριο
στου ήλιου τις αλάνες.

Πόσο ευγενικά και ήρεμα απομακρύνεσαι
με τ’ ανοιχτά ξαφνιασμένα μάτια σου
γεμάτα απ’ αγάπη
και διαλύεσαι μέσα στα σύννεφα τ' ουρανού
σα μια βροχή που δε φοβάται να γίνει θάλασσα.







Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2014

ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ






















    ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ


Είμαι εδώ
στο χρυσό κύμα του δρόμου
γεμάτος εξαίσια αρώματα
λόγια αλαφρωμένα κι αναίτια χαμόγελα
ένας άνεμος δίχως αγρύπνια
έτοιμος για όλους και για όλα
γεμάτος κίνηση και ακινησία
σαν τον ήλιο του μεσονυκτίου
ρευστός και δυνατός σαν ποταμός μέσα στο σώμα
ένα πουλί στην άκρη του μυαλού μου
ένας ανθός στην κρύα λίμνη του κόσμου
διαμάντι στη δροσιά των χόρτων.

Πάντα μόνος
πάντα λεύτερος
υπερασπίζομαι το κερδισμένο μέρος.

Χύνομαι στην αθωότητα
όπου αντήχησε το πρώτο τραγούδι σα φλέβα νερού
που κάνει τη γη να γελά από ευτυχία.
Στη χλόη ξεχνώ τη γύμνια μου.
Στο σώμα μου ξαναγεννιούνται τα φτερά μου
έτοιμος να μην υποχωρήσω στ’ όνειρο

Και πετάω γύρω απ’ το μεγάλο φως
όπου το κάθε τι είναι καινούργιο.







Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

ΤΙΠΟΤ' ΑΛΛΟ ΠΑΡΑ ΑΠΛΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΕΔΩ ΝΑ ΕΙΣΑΙ






















ΤΙΠΟΤ’ ΑΛΛΟ ΠΑΡΑ ΑΠΛΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΕΔΩ ΝΑ ΕΙΣΑΙ


Διαβαίνεις γρήγορα
και είσαι σαν να μην ήσουν ποτέ
στο λαβύρινθο εδώ των σημείων
όπου χάνεσαι απρόσωπος
κι όμως είσαι όλα τα πρόσωπα
καθώς ονειρεύεσαι
φως άστρου πάνω σε άστρο
άηχος
ελαφρότερος κι απ’ τον αέρα
μέσ’ στα γαυγίσματα της μέρας
και των πόλεων τις φωνές
εσύ ο αγαπημένος των κρίνων.

Τώρα που ο κόσμος τρίζει
σαν ένας σωρός αναμμένα ξύλα
τίποτ’ άλλο παρά απλά
και μόνο εδώ να είσαι.




    



Τρίτη, 3 Ιουνίου 2014

ΓΥΡΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟ ΘΕΟ ΜΟΥ






















 ΓΥΡΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟ ΘΕΟ ΜΟΥ


Εκεί που βρίσκομαι βαθιά στο χρόνο
ακούγοντας τον ήχο των κυμάτων της καρδιάς
μέσα απ’ τους γυμνούς χτύπους στις πλάκες του λιθόστρωτου
σε μια σπείρωση από ευωδιές
σε στιγμές που μένουν ακίνητες
πριν προλάβει ο χρόνος να κυλήσει
σ’ αυτό το σπασμένο χαλίκι που κρατώ στη φούχτα μου
(απομεινάρι από παιχνίδι ενός παιδιού που δε μεγάλωσε)
δίπλα στα ξερά φύλλα
στη σκιά του πλάτανου
κόσμος μέσα σε κόσμo
στον κόσμο που απλώνεται γύρω μου
κοιτώ με μάτια σφαλιστά
να συρθώ μέσ’ στ’ όνειρο
τώρα που τα’ αντικείμενα
αφέθηκαν στην άλλη τους ύπαρξη
και πια δε μ’ εξουσιάζουν.

Ίσως και να μην υπάρχω
παρά μόνο σα σκίρτημα φωτός
στο κρυστάλλινο δάκρυ που κυλά
πάνω στην πέτρα.








Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

ΕΞΑΡΓΥΡΩΝΟΝΤΑΣ ΕΠΙΤΑΓΕΣ ΣΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΤΩΝ ΣΥΝΝΕΦΩΝ
















 ΕΞΑΡΓΥΡΩΝΟΝΤΑΣ ΕΠΙΤΑΓΕΣ
 ΣΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΤΩΝ ΣΥΝΝΕΦΩΝ


Ο ήλιος φλόγα που σφύζει έπαρση
ανασηκώνεις τη σκόνη με τα μάτια σου
τα κουρέλια του αέρα κοσμούν τους ώμους σου
ενοικιάζεται το παρόν
βογγά η μέρα
σαλεύεις λίγο το κενό μέσα σου
εξαργυρώνεις επιταγές στις τράπεζες των σύννεφων.
Το φως κρυστάλλινος όφις ουράνιος
τρυπά το στήθος σου.
Σε συντρίβει μέσ’ στο ανέφικτο.

Αφήνεις να σε προσπεράσουν κάποιες μνήμες
-που ξεθώριασαν μέσα σου-
σαν ταινία παιγμένη προς τα πίσω
στην οθόνη της δικής σου συνείδησης.

Ανόητες ιδέες δικές σου
σαρκοφάγα λουλούδια.

Μάταια ανατινάχτηκες
μάταια υπήρξες επί μακρόν
στη νεόχτιστη κενότητά σου.

Παρ’ όλο που τόσο επιθύμησες
ν’ ανταμωθείς στα μάτια των αγγέλων
είσαι σαν ένα ρούχο αδειανό
πιασμένο απ’ τα αγκάθια της ζωής
που το λικνίζει ο άνεμος.





ΑΥΤΗ Η ΜΕΡΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΑΝΤΟΥ






















        
       ΑΥΤΗ Η ΜΕΡΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΑΝΤΟΥ
        

    Καθώς το χάραμα εμφανίστηκε σαν κεραυνός
    η σιωπή κούρνιασε στην πέτρα.

    Αράζω κι ανοίγω την ψυχή μου
    κι αυτή καλπάζει σαν άγριο άλογο.

    Μικρά στίγματα φωτός
    διάσπαρτα παντού.

    Φτιαγμένος από έρωτα και σκόνη
    εκπέμπω παντού μια λάμψη κατάφασης.

    Χοροπηδώντας διέσχισα τη λήθη.
    Ένας ουρανός γεμάτος πουλιά με ταξιδεύει
    κι οι δρόμοι καταλήγουν σ’ ένα ποτάμι φωτός.

    Ξαφνικά η γάτα μου γουργουρίζει όλο ευχαρίστηση
    κι η εικόνα προσπαθεί να βρεθεί σε κατάσταση ισορροπίας.

    Τι ικανοποίηση να διασχίζεις αργόσχολα
    το άπειρο
    περιμένοντας κάθε φορά
    όλο και κάτι καινούργιο να δεις.







Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΛΙΓΕΣ ΛΕΞΕΙΣ





            ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΛΙΓΕΣ ΛΕΞΕΙΣ


          Τα μάτια μου άδειος δρόμος
          εδώ στον μαύρο ουρανό.
          Η νύχτα να λαμποκοπά σα φίδι
          και το φεγγάρι ασάλευτο και παγωμένο.
          Δεν βγάζει πουθενά αυτή η νύχτα
          ψάχνω έναν άνθρωπο και σκοντάφτω.
          Κανείς δεν με περιμένει
          κανείς δεν ακολουθεί.
          Γυρίζω και ξαναγυρίζω
          σ'  αυτό το κενό
          και μένουν μοναχά
          αυτές οι λίγες λέξεις.
        



     
   




Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

ΝΑ ΓΥΡΝΑΣ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙΣ ΠΑΛΙ


















       NA ΓΥΡΝΑΣ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙΣ ΠΑΛΙ
              

     Να γυρνάς
     να επιστρέφεις πάλι
     σ’ αυτό το φως
     σ’ αυτούς τους καρπούς της γνώσης και της λησμονιάς
     με τη γεύση του χρόνου
     με το σώμα σου να πάλλεται στον ήλιο
     απέναντι στη θάλασσα
     με θέληση απολιθωμένη
     σ’ αυτόν το βράχο τον παλιό και τον καινούργιο
     που εξέχει απ’ τα νερά της γέννησης του κόσμου
     ανάμεσα σε ρίζες και σε χόρτα
     ανοιγοκλείνοντας τον ουρανό στα μάτια σου.

     Τώρα που η ψυχή εφύσηξε στο μέτωπο σου
     ζωή καινούργια.
     Τώρα που ο αέρας της αυγής
     έσβησε όλους τους αστερισμούς
     και η μέρα υπακούει στο ήπιο φως
     κι η πεταλούδα στην αγρύπνια.

     Έγινες σαν το διάφανο σπόρο της φωτιάς
     που καίει εδώ από πάντα.








Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

ΝΑ ΛΑΒΕΙΣ ΜΟΡΦΗ , Ν' ΑΝΘΙΣΕΙΣ ΣΑΝ ΡΟΔΟ

















         ΝΑ ΛΑΒΕΙΣ ΜΟΡΦΗ, Ν'  ΑΝΘΙΣΕΙΣ ΣΑΝ ΡΟΔΟ
                                      
                                                                             Μνήμη Χρήστου Ηλιόπουλου

       
         Καθώς ο χρόνος επιταχύνεται
         σ’ αυτό το θάμπωμα του καιρού
         προτού η σκιά μας απλωθεί
         μέσα στο χώρο

         να λάβεις μορφή, ν’ ανθίσεις σαν ρόδο
         μέσα στα όνειρά σου
         γιατί τα όνειρα καθώς μας απορροφούν
         μας παρατείνουν κιόλας
         σε μια νέα κωδικοποίηση του πάντα.

         Ίσως να μοιάζουμε μ’ ό,τι έχουμε ξεχάσει
         κι όταν συναντιόμαστε φαινόμαστε οριστικά χαμένοι.

         Όλα βρίσκονται στη σύλληψη, σε σχέσεις κίνησης
         κι όχι στην πραγμάτωσή τους

         Όλα διεκπεραιώνονται με χειρονομίες φωτός.

         Γυρνάς την πλάτη στον καθρέφτη του τώρα
         κι αποζητάς το επιλεγμένο σχέδιο που ακόμα
                                                             μετασχηματίζεται
         στη μήτρα του απείρου.

         Αλλά τώρα κοίτα κι άκου
         η ζωή σου βρίσκεται φυλαγμένη εκεί

         που επινοήθηκε για να σε περιέχει και να την περιέχεις
         μπορούμε να ζούμε μέσα της να ’ναι μέσα μας
         δαγκώνοντας ένα κομμάτι απ’ το όλο
         σ’ αυτό το αναζωογονητικό κενό
         που μας αναλογεί

         και είσαι παρόν
         σε μια διαρκή μεταμόρφωση
         κι απ' όπου πάντα δραπετεύεις συνέχεια
         ακολουθώντας την αδιατάρακτη γαλήνια ροή σου

         σ’ ό,τι βρίσκεται έξω απ’ όλα
         αφού το φως άστραψε στα μάτια σου
         μια για πάντα.






Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

ΜΕΙΝΕ ΚΡΥΜΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΖΕΣΤΟ ΒΥΘΟ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΣΟΥ

















      ΜΕΙΝΕ ΚΡΥΜΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΖΕΣΤΟ ΒΥΘΟ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΣΟΥ

                                                                                             στον Θανάση Κουτλή


      'Οταν γυρίσεις ξανά
       ο δρόμος για το ποτάμι θα ' χει γεμίσει σαπισμένα σπίτια.
       Κανείς δεν θα σε περιμένει πια εδώ
       μόνο γιγάντιοι πυλώνες της ΔΕΗ
       και οι κεραίες της τηλεόρασης να μεγαλώνουν
       εκεί που για τελευταία φορά
       είδες το καλαμπόκι να φυτρώνει.
       Τίποτα δεν θα ' ναι το ίδιο
       παρά μόνον η βουή του νερού στο μυαλό
       και στα βράχια της μνήμης σου.
       Οι άνθρωποι του ποταμού
       έπαψαν πια να μιλούν ο ένας στον άλλον
       με φωνή μικρών πουλιών.
       Τώρα τα πρόσωπά τους γυαλίζουν
       σαν λεπίδες ξυραφιού
       καθώς περνούν με πέτρινα μάτια
       στο μαύρο φως.
       Μείνε κρυμμένος στο ζεστό βυθό
       του εαυτού σου
       μέχρι να φύγεις πάλι.

 





Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Η ΣΙΩΠΗ ΣΟΥ ΒΑΖΕΙ ΦΩΤΙΑ ΣΤΗ ΜΕΡΑ




















         Η ΣΙΩΠΗ ΣΟΥ ΒΑΖΕΙ ΦΩΤΙΑ ΣΤΗ ΜΕΡΑ


         Δροσερό πρωινό γαλήνης.
        Βλέπεις τούτον τον ήσυχο ήλιο
        που γλιστράει στο κενό.

       'Ολα πέφτουν στην πληγή του χρόνου.
        Τίποτε δεν υπάρχει να μετανιώσεις
        τίποτε να πάρεις.
       
       'Αγριος και νηφάλιος
        κλείνεις τα μάτια
        κι ακουμπάς το χέρι σου
        στο φως και την σκιά σου.

        Γύρω σου
        τ' αντικείμενα φλέγονται
        σα σκέψεις
                            διαυγή
                                        ξεκάθαρα.

        Η σιωπή σου
        βάζει φωτιά στη μέρα.
                  
       
               
       






ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΡΩΙ






















              ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΡΩΙ
             

             Η μέρα έρπει απαλά
            σα φωτεινό φίδι.

            Ο ήλιος ένα κάνιστρο λουλουδιών
            με χρώματα και φωτιές.

            Πέτρινο φρούτο το πρωί
            από κεχριμπάρι κι αχάτι
            φρούτο που άνοιξε
            από ματιά αγάπης.

            Και συ
            με τη φορεσιά της πυρκαγιάς
            στιγμή αιωρούμενη στο μέσον τ΄ουρανού

            Είσαι σαν το λευκό κλαδάκι
            που το' καψε η αστραπή.


     





Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ ΣΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΜΟΥ






         ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ ΣΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΜΟΥ


        Στη γυμνή ώρα
        το φως λεηλατεί τη μέρα.
        Ο κόσμος σωπαίνει αδειανός.
        Το ρολόι τραγουδά το χαμένο χρόνο.
        Μάταια φυλλομετρώ τη ζωή μου.
        Ούτε ένας ήχος
        ούτε ένας στεναγμός.
        Κλείνω τα μάτια κι αφουγκράζομαι
        στα σύνορα του είναι και του τίποτα
        μια ζωή πιο ζωντανή μας προσκαλεί.
        Ο εαυτός μου ξεκολλά απ' τον εαυτό του
        και γίνεται κομμάτια.
        Φεύγω να βρω τι είμαι.
        Ο άνθρωπος αρχίζει εκεί που πεθαίνει.
        Επιστρέφω στη γέννησή μου.
        






ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΦΩΣ


                    


















         ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΦΩΣ


        ' Ολο και πιο κοντά στο φως
          έφερα τη ζωή μου
          με στήθος προς το κυανό διάστημα
          με βήματα ελεύθερα
          προς το άπειρο τ' ονείρου
          με φωτοχυσίες και λάμψεις αστεριών
          γυμνός από έγνοιες επίγειες
          χωρίς το χρόνο να με βαραίνει
          ανάλαφρος σαν άνεμος της Παναγιάς
          ξαναγεννημένος μεσ' στον ήλιο
          σε βάπτισμα πυρός

          σαν αλήθεια
          έφερα τη ζωή μου
          σ' ένα ταξίδι ευφρόσυνο
          στις γειτονιές του πάνω κόσμου.

        

          




Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

ΠΡΩΙΝΟ ΤΟΥ ΚΕΝΟΥ

















                 ΠΡΩΙΝΟ ΤΟΥ ΚΕΝΟΥ



     Μια λευκή κραυγή σήκωσε το πρωινό στο πόδι
     ντροπή από σκιά στα μάτια σου
     γύρω σου όλες οι μορφές σε μια φρενιτιώδη ανάπτυξη φωτός

    Να προχωρήσεις δεν μπορείς απ’ των ανθών τα φάσματα
    ούτε να χαϊδέψεις τ' ανέγγιχτα φύλλα του ήλιου
    χωρίς να νιώσεις κατάπληξη από πάγο.

    Τα λόγια σου κοιμούνται
    στα σύννεφα και στις χελώνες
    στα κρίνα π’ αγρυπνούν
    στη σιωπή των δέντρων.

   Δεν είσαι πολιτικός
   ούτε κλέφτης
   ούτε ποιητής
   που στήνει ενέδρα σε λέξεις παρατημένες
   αλλά μια πληγωμένη καρδιά που κυκλώνει
   τα πράγματα της άλλης όχθης.

   Πολλές φορές έχεις χαθεί
   να ψάξεις τα μάτια που μένουν άυπνα
   ζητώντας την αλήθεια
   και βρήκες μοναχά ανθρώπους παγωμένους στα χιόνια
   τ’ ουρανού.

   Μες στο λαβύρινθο των σκιών
   ανάμεσα σ' αντιμαχόμενες ισορροπίες
   είναι η γύμνια σου αυτή που δέχεται
   τον ήλιο της ποινής και το ρολόι της φθοράς.

   Ψηλά χλομιάζουνε άγιοι και άγγελοι
   φώτα και φωνές

   Τέσσερα άλογα χλιμιντρίζουν στον αέρα

   Ο χρόνος ένα χαστούκι του κενού

   κι εσύ πιασμένος απ’ τα μαλλιά της μέρας
   νιώθεις την αλήθεια των απατηλών πραγμάτων.






Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

ΕΤΣΙ ΝΑ ΧΑΝΟΜΑΙ ΝΑ ΤΑΞΙΔΕΥΩ


























          ΕΤΣΙ ΝΑ ΧΑΝΟΜΑΙ ΝΑ ΤΑΞΙΔΕΥΩ


         Να ’μαι η ομορφιά κι η αρετή
         μπροστά στην πύλη της πηγής του κόσμου.
         Φωνή και χτύπος αρμονικός
         αμόνι και σφυρί μαζί
         με τη μορφή την άμορφη
         τον κόμπο να ξεμπλέξω της ζωής και του θανάτου
         τη φλόγα να μη φοβηθώ
         ούτε το σκονισμένο μονοπάτι
         (η ζωή μου είναι δοχείο αδειανό
         δε γίνεται περισσότερο ν’ αδειάσει)
         ............................................................
   
        Όποιος αντιμάχεται τη γη και τον ουρανό
        πρέπει κι οπωσδήποτε να φταίει;
        Τότε ας μην ήμουν άνθρωπος
        ας ήμουνα καλύτερα νερό
        που ωφελεί το καθετί με δίχως κόπο
        έτσι να καταστάλαζα σε μέρη ταπεινά
        θολός σαν λασπονέρι
        μ’ αγνός σαν άγραφο χαρτί...

       Έτσι να χάνομαι να ταξιδεύω
      - ενώ τα μύρια πράγματα υψώνονται
       και πέφτουνε εμπρός μου -
       ατάραχος σαν νιογέννητο μωρό
       που δε χασκογελά
       γαλήνιος σαν φουσκωμένος Σπερχειός
       σαν τον αγέρα που δε λέει να πάψει
       πάντα παράξενος
       γιατί με τρέφει η μεγάλη μάνα.

       Έγινα η κοιλάδα του κόσμου
       καθαρός μέσα στο ζόφο
       ζωντανός μέσα στη σιωπή

       αόρατη μορφή εικόνα χωρίς όψη
       ασύλληπτη νεφέλη τ’ ουρανού

       κι έτσι μένω στον πανάρχαιο Λόγο
       να νιώσω το παρόν και την αρχή των πάντων.






Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

ΣΤΑ ΓΑΛΑΝΑ ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΙΑ























        ΣTA ΓΑΛΑΝΑ ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΙΑ


      Η νύχτα μας κρατάει
      με τις σιωπές της
      και τα φιλιά της όνειρα
      στα γαλανά τα παραθύρια.
      Τα σπιτάκια κάτασπρα
      με βυσσινιά τα κεραμίδια.
      Στα μπαλκονάκια γιασεμιά
      και στην αυλή κληματαριά
      ψάθες, γλαστρούλες και καλάθια
      Κι ο έρωτας καθώς περνά
      στη γειτονιά
      φιλί το φιλί
      κοκκίνησε του φεγγαριού το μάγουλο.
     






ΓΥΜΝΗ ΣΤΙΓΜΗ






      ΓΥΜΝΗ  ΣΤΙΓΜΗ


     Γυμνή στιγμή
     η μυρωδιά του ήλιου στα χαλίκια

     Στο σκιερό ρυάκι
     θροΐζουν λαμπυρίζουν τα νερά

     Ένα φτερό ηχεί στον άνεμο

     Μύρισε την αύρα του σύννεφου
     τις μέρες που έρχονται ησύχασε
     μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο μήτρα
     όπου τρομάζει το δέρμα σου στον ήλιο
     και τρίζει ο πάγος μες στα χόρτα.

     Για να υπάρξεις αληθινός εαυτός
     να βλέπεις σιωπηλός
     ποτέ το ίδιο δυο φορές.

    Σώμα γυμνό
    πλυμένο στους καταρράχτες του γαλαξία
    στη μουσική της καρδιάς
    καθώς τραγουδάς από μέσα σου
    μη σκέπτεσαι
    τι να κάνεις τι να μην κάνεις
 
    Στα όρια της φωτιάς σου
    βγάλε το τίποτα
    διαπέρασε με μιας όλα τα πράγματα

    να καείς στο απόλυτο μηδέν

    για να ’σαι ολοζώντανος στο φως
    στο κέντρο παντού τ' ουρανού.
                    







Η ΝΕΑ ΠΟΛΗ















    

       Η  ΝΕΑ  ΠΟΛΗ


         
    
  Ρολόγια στην καινούρια πόλη δεν υπάρχουν
      δεν οργανώνουν πια το χρόνο
      οι τωρινοί της κάτοικοι
      μόνο υπάρχουν κι επιβιώνουν
      με κάθε μέσο
      σ’ ετοιμότητα αυτοάμυνας, αντεπίθεσης
      κι απόδρασης αν χρειαστεί.

      II

      Ερειπωμένα κτιριακά συγκροτήματα, εμπορικά κέντρα,
      τούνελ, στεγασμένα αίθρια
      κι ένας τεράστιος υπόνομος με απόβλητα άστεγους
      όλων των φυλών
      ξαπλωμένους σ' εμβρυακή στάση.
      Οι κατοικίες θυμίζουν οικογενειακούς τάφους
      σκαλισμένες σε ψηλούς τοίχους
     (σα μεγεθυμένες αρχαίες κατακόμβες).
      Το φαινόμενο του θερμοκηπίου, τα προβλήματα του όζοντος,
      οι δηλητηριώδεις ακτινοβολίες
      ανάγκασαν την εξουσία να στεγασθεί
      στους πρώην σταθμούς του ηλεκτρικού
      κι όλη η κυκλοφορία και κίνηση
      διεξάγεται μέσα από σήραγγες
      για να εξασφαλίζεται η ασφάλεια των πολιτών.



      III

     Οι κάτοικοι στον περίπατό τους
     συναντιούνται στο υπόγειο συντριβάνι
     όπου από παράδοση ρίχνουν νομίσματα και κάνουν ευχές
     απαγγέλοντας φράσεις απ' τα έργα του Πόε, του Μπλέηκ
     του Νερβάλ, του Κάφκα, του Αρτώ
     κι αργά το απόγευμα προσεύχονται
     στον αρχαιότερο ναό της πόλης
     με στίχους του Μποντλέρ, του Μπρετόν, του Παζ
     του Εμπειρίκου, του Ρεμπώ.
 

     IV

     Στην Πυραμίδα των Απομάχων
     έχουν μεταφερθεί έργα αθάνατων γλυπτών
     που παριστάνουν συμπλέγματα ερωτευμένων.
     Ατμοί βγαίνουν από παντού
     κι όλη τη νύχτα λατρεύουν τον έρωτα
     σε χίλιες δύο εκδοχές.

     V

    Kάθε μέρα, το βράδυ
    στέκονται στους υπόγειους κήπους και τις γέφυρες
    για να υποδεχτούν τα πρώτα χρώματα του φεγγαριού
    αντανακλώμενα σε γιγάντιους καθρέφτες.
   'Επειτα πηγαίνουν στα σπίτια-τάφους
    βγάζουν τα ρούχα τους
    ευλαβικά τα διπλώνουν για το πανηγύρι της επόμενης  ημέρας
    και κοιμούνται
    με όνειρα-εικόνες του Βαν Γκογκ και του Σαλβαδόρ Νταλί.














Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

ΜΗΝ ΚΑΙ ΞΥΠΝΗΣΕΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ


















                 

            ΜΗΝ ΚΑΙ ΞΥΠΝΗΣΕΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ


           Σε βλέπω πάντα
           σ'  αγγίζω
           δέντρο χρυσό του κόσμου
           μιλιά του όλου
           κύμα φωτός στα δάχτυλα
           λάμψεις γυμνές του ήλιου.
           Γέλιο που χαράζεις κόκκινο λουλούδι
           στο στόμα μου.

           Μικρό πουλί η χαρά
           γλιστράει στο στήθος
           με γαργαλάει σα σύννεφο
           και γίνεται σκιά μου.

           Γυμνός ξαπλώνω μες στα χόρτα
           και κελαηδώ το φως
           που τρέχει αλαφιασμένο.

           Τη μικρή μου σκέψη τώρα σεργιανίζω
           κρατώντας τη σιωπή στα βλέφαρα
           μην και ξυπνήσει ο ουρανός
           κι έτσι χαθεί το θάμα.
         







ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ Τ ' ΟΥΡΑΝΟΥ







                    ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ Τ '  ΟΥΡΑΝΟΥ

                                                                      στον  Τόλη  Νικηφόρου


     
      Να γιορτάζεις το φευγαλέο πέρασμα των στιγμών
          την κάθε ώρα που έρχεται
          όταν το φεγγάρι σιωπά
          κι η νύχτα χαμογελάει τυφλή
          την ώρα του ρεμβασμού και των ονείρων
          η αύρα και τα λόγια δε διαφέρουν
          το τοπίο που βλέπεις είναι μια γλώσσα
          μόνο η κίνηση των χεριών
          μπορεί να επαναλάβει τη γεωγραφία ενός πουλιού
          και τη ντροπαλότητα των γαλάζιων ίσκιων.

          Παρ'  όλο που γεννηθήκαμε χωρίς φτερούγες
          -στο έδαφος-
          έχουμε μια αδέξια κλίση προς τον ουρανό.
  
        






ΒΡΕΧΕΙ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΠΟΥΘΕΝΑ

















        ΒΡΕΧΕΙ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΠΟΥΘΕΝΑ


         Βρέχει στον κήπο του πουθενά
         κι ο ουρανός μια άλλη άβυσσος βαθύτερη.

         Καθώς ταξιδεύω
         μ'  ένα τίποτα
                       απ'  το τίποτα
                                        στο τίποτα

         είμαι πραγματικός
         όσο το κενό με σημαδεύει.

         Ο κόσμος είναι αληθινός
         σαν τ'  όνειρο που κατοικώ.

         Μόλις σταματήσω να σκέφτομαι

         κήπος
                   βροχή
                             ουρανός
                                          και κόσμος

        Θα γίνουν ένα.



         



ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΘΗΛΑΖΕΙ ΑΘΩΟΤΗΤΑ
















    
       ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΘΗΛΑΖΕΙ ΑΘΩΟΤΗΤΑ


                   Στάσου
                έχω ξαναπεράσει από δω
                γνωρίζω αυτά τα σχήματα
                αυτές τις μορφές.
                Κάτω απ' τα δάχτυλα του ήλιου
                ξέρω πως θα γίνω
                πάλι η καινούργια μέρα σου.
                Θα μ'  αναγνωρίσω
                στο φως
                θα γίνω φιλί στο στόμα  σου.

               'Ενα παιδί
                που θηλάζει αθωότητα.

      
              






Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

ΘΑ ΣΕ ΒΡΩ ΠΑΛΙ






















                   ΘΑ ΣΕ ΒΡΩ ΠΑΛΙ


            Τώρα είμαι πάλι γυμνός
            γυμνός κι ερημωμένος
            στο γκρεμισμένο φως.

            Θα διαλέξω ένα δέντρο
            κι έναν ήλιο
            κι ένα σύννεφο
            και με μια πέτρα
            θα χτυπήσω το παραθύρι τ'  ουρανού.

            Θα  σε γυρέψω στις γωνιές του ανέμου
            στων πουλιών τα όνειρα
            στο άρωμα των γιασεμιών
            σε μια χούφτα στάχυα
            στα μάτια του ελαφιού
            στο πρόσωπο της νύχτας
            στων νεράιδων τη φωνή
            στων αστεριών τη μουσική
            στου φεγγαριού το δάκρυ

            Και θα σε βρω πάλι
            ρόδο της ζωής αγαπημένο.
              
     





ΦΩΤΕΙΝΗ ΣΙΓΗ
















 
              ΦΩΤΕΙΝΗ ΣΙΓΗ


            Φωτεινή σιγή
            φτερούγισμα γαλήνης
            σιωπή πάνω στη σιωπή
            πέτρα πάνω στην πέτρα.

            Κύματα χρυσού φωτός
            πάνω στο σώμα μου
            ράμφισμα ανέμου
            λίκνισμα νερού
            στου πηγαδιού το μάτι.

            Μικρές αιωρήσεις χρυσοπράσινων φύλλων
            γρατσουνιά σύννεφου
            στην άκρη τ'  ουρανού
            οι ακτίνες του μεσημεριού με λογχίζουν
            στάζει ο ιδρώτας σιωπηλός
            σταλαγματιές διαμάντια.

            Φως πάνω στο φως
            σαύρα πάνω στο βράχο
            χτύπος σιγανός νεροσυρμής
            γαλήνη πετροπρόσωπη
            και φως κομματιασμένο.

            Μέρες γιορτής
            ώρα της προσευχής
            βήμα ικέτη
            μες στο φως
            μέσα στην τάξη.
     






ΣΤΕΚΟΜΑΙ ΣΤΟ ΤΙΠΟΤΑ

















                ΣΤΕΚΟΜΑΙ ΣΤΟ ΤΙΠΟΤΑ


          Στέκομαι στο τίποτα
          το τίποτα σκάει στο μέτωπό μου σαν αγριόλαμπρος ήλιος
          ας δραπετεύσω μες στο κενό
          με τις φτερούγες της νεαρής μέρας.

         'Ολα τ'  άχρηστα που πάνε με το πως είσ'  άνθρωπος
          πέφτουν
          κυλούνε
          χάνονται

          κι ολόκληρο το σύστημα του κόσμου
          το νιώθω  πως τραντάχτηκε
          απ'  τους σεισμούς του τώρα
          μια αλλαγή δίχως βάρος
          μια κίνηση προς τα μπρος
          το άπλωμα του κύματος στη διαφάνεια που έρχεται.

          Ο χρόνος δεν μπορεί να σπάσει τις φτερούγες μου
          Είμαι απ'  αυτούς που ευνόησε η φωτιά
          τυλιγμένος με τους διαμαντένιους μανδύες της αυγής
          κοντά στους ήχους του ήσυχου ουρανού
          πάνω απ'  το ευωδιαστό χορτάρι
          μονάχος στο ποίημα του καλοκαιριού
          που πάει να πει να ξεχάσεις το χρόνο και το θάνατο
          κυνηγώντας ακούραστα σύννεφα ένα ολόκληρο πρωί
          κι άσε τον τροχό να γυρνά πέρα απ'  τον εαυτό του.