Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

Horse Latitudes - η διάσταση του αλόγου***Tζιμ Μόρισον


HORSE  LATITUDES  
[ η διάσταση του αλόγου]
Τζιμ  Μόρισον

'Οταν η ήρεμη θάλασσα οπλίζεται ύπουλα
και τα σκυθρωπά και στείρα της ρεύματα
γεννούν μικρά τέρατα
είναι το τέλος της ασφαλούς ναυσιπλο'ί'ας

Αμήχανη στιγμή
Και το πρώτο ζώο πετιέται  στο νερό για αβαρία
Τα πόδια χτυπιούνται με μανία
Το δυνατό κορμί καλπάζει
Και το κεφάλι χοροπηδάει
Ισορροπία
Χάρη
Παύση
Συναίνεση
Μέσα σε βουβή αγωνία
Με λεπτότητα και ευγένεια
Αφήνεται να παρασυρθεί.


για το ποίημα αυτό υπάρχει το άρθρο μου[με αφορμή ένα ποίημα του Τζιμ Μόρισον]

 

Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

ΓΑΛΗΝΗ


       



   

              ΓΑΛΗΝΗ


Γαλήνη βαθιά
πλασμένη από φως γαλήνη.
'Ολες οι στιγμές σε πλάθουν
το αίμα σου χοροπηδάει στο καλοκαίρι  

ένα σου φιλί ηρεμεί το όνειρο. 

Σε κάθε πέτρα που πατάς προβάλλει η χαραυγή
σε κάθε ώρα ανοίγει η πόρτα τ' ουρανού
κι ένας νέος ήλιος μπερδεύεται στα πόδια σου.
Ενώ δίνεις την καρδιά σου
τα λουλούδια κλαίνε και γελούν.

Είσαι σαν τη θάλασσα που λικνίζει τ' άστρα.
Γαλήνη και δροσιά στην καρδιά του σύννεφου
σκιά στην άκρη ενός χαλικιού.

Σιωπή μου ηχηρή και ηχώ μου μυστική
                Ρόδο της φωτιάς
              κι ανθός της νύχτας.

Σε κοιτώ κι όλα είναι γυμνά
καθώς τα πόδια σου κινούν απ' το φως
και πρός το φως πηγαίνουν.  

THE DOORS~RIDERS ON THE STORM(ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΥΠΟΤΙΤΛΟΙ)


ΤΗΕ DOORS~THE END(ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΥΠΟΤΙΤΛΟΙ)


ΔΙΧΩΣ ΦΩΣ




        ΔΙΧΩΣ ΦΩΣ
 
Κλειστά βλέφαρα
με θρόισμα ανεπαίσθητο.

Σ' αφανίζει η νύχτα
και τ' άστρα σου
λουλούδια που μαράθηκαν.

Ο ουρανός σταμάτησε να σ' ονειρεύεται.

Απ' τη μνήμη σου
απόμειναν ερείπια μονάχα

κι η καρδιά σου
ένας δρόμος δίχως φως.




Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

XOKA XA'I'



       ΧΟΚΑ  ΧΑ'Ι'
                               στον τζιμ Μόρισον της καρδιάς μας


Ο δολοφόνος τραγουδάει
κρυμμένος στο μ
υαλό σου.

Τον βλέπω να γελά
σε σκοτεινό κύκλο
από πλαστικά πλάσματα
που χτυπούν τύμπανα πένθιμα.

Είμαστε τα κουρδιστά παιχνίδια
σ'  έναν κουρδιστό κόσμο
που νταντεύει άρρωστα τριαντάφυλλα.

Ο αστροπηδηχτής Νάνος
χορεύει στα στήθια του Τειρεσία
φτιάχνοντας ένα μνημείο
για το θάνατο των ματιών.

Θα μάθω ν' αγαπώ
εκείνους που προχωρούν στο δρόμο
με τ' άνθη του κόσμου των ονείρων
στην πορφύρα του κωνοειδούς τους αδένος.

Ο jίm Morrison ταλαντεύεται
στην άκρη του σπασμένου καθρέφτη

Χόκα - Χά'ι'
Χόκα - Χά'ι'

'Ολα πρέπει να γίνουν σήμερα
πριν χαθούμε
στην άκρη της φλόγας ενός Ρωμα'ι'κού κεριού
πού σβήνει
όταν θάχει τελειώσει η μουσική
έξω απ' το δρόμο με τα κίτρινα τούβλα

Κι ο Mojo risin δεν θάναι πια μαζί μας.

                                                   1989


Χόκα-Χά'ι' : Ινδιάνικη έκφραση που σημαίνει ''καλή μέρα για να πεθάνω''.
                          

Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ ΤΖΙΜ ΜΟΡΙΣΟΝ





   ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ ΤΖΙΜ ΜΟΡΙΣΟΝ

'Απληστο καλοκαίρι
θερμοί δρόμοι
υγρά κορίτσια κι αγόρια
χαμογελούν

πουλούν τη λάμψη των ματιών τους. 

'Ερωτες
λάγνες νύχτες
θαλασσοστεναγμοί.

Το φεγγάρι
ένα αχόρταγο
κόκκινο στόμα

κι ο ουρανός
ένα γιγάντιο γυναικείο αιδοίο
στολισμένο

με σπασμένα όστρακα αστέρων.


ΚΟΙΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ







   ΚΟΙΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

Κοιτώντας τον ουρανό
ξανά
    και ξανά

όλο έρχομαι
εδώ έξω
εδώ μέσα
όλο και προχωρώ
μες στο κενό
μέσα
   στο όλο.





ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ












   ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

'Εβγαλε τα ρούχα της από άμμο
μιλά με γλώσσα πουλιού
εξαντλεί το χρόνο σε μια εποχή
χορεύει στα βότσαλα και τ' άστρα
και παραδίνεται
στην πρώτη θάλασσα που περνά.

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

ΟΤΑΝ ΑΜΙΛΗΤΗ Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΣΤΑΘΗΚΕ




                                                         
     ΟΤΑΝ ΑΜΙΛΗΤΗ Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΣΤΑΘΗΚΕ

'Οταν αμίλητη η ζωή μου στάθηκε
μπροστά στα εύθραστα μάτια του φωτός
το τελευταίο πράγμα που είδα ήταν ο εαυτός μου
γυμνωμένος
μέσα σε γυμνωμένα πράγματα
και διάφανος
γεμάτος δροσερούς θησαυρούς σιωπής.

 
                             

Ο ΑΗΤΟΣ ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ - Σταύρου Μίχα






                          
                       O  AΗΤΟΣ ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ
  
  
          Τρέχα φύγε αητέ.

         Που να πάω;



         Στη τσακισμένη  πέτρα.

      

         Τι να φάω τι να πιω;

        `Ενα κόκκινο αηδόνι.



         Πώς να το σφάξω;

                               Με μαχαίρι απ’το φεγγάρι.

                 

                               Πού’ναι το μαχαίρι;

                               Οι φωτιές το κάψαν.



                               Οι φωτιές που πήγαν;

                               Οι βροχές τις σβήσαν.



                               Οι βροχές που πάνε;

                               Τα βουνά τις ήπιαν.



                               Τα βουνά τι γίναν;

                               Οι θεοί τα γκρέμισαν.



                                Οι θεοί που είναι;

                                Χάθηκαν στον ουρανό.



                                           Καλoκαίρι-Φθινόπωρο 1996
              

Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

ΕΝΑ ΑΤΕΛΕΙΩΤΟ ΚΕΝΟ



  ΕΝΑ  ΑΤΕΛΕΙΩΤΟ  ΚΕΝΟ


Περπατώ δίχως να προχωρώ
σ' αυτό το ατέλειωτο κενό.
Με κυκλώνουν άρρωστα λόγια.

Σώνεται η ψυχή.
Ο αέρας στριφογυρνά μες στ' άδειο μου κρανίο.
Βρίσκομαι σ' έναν κόσμο
εγκαταλειμμένο απ' τη χάρη.
Γυροφέρνω μέσα στον εαυτό μου.
Συναντώ άγνωστα πρόσωπα
και μένα τον ίδιο δε με συναντώ.
H ιστορία αυτή δεν είναι  δική μας
κάποιοι  άλλοι ζουν τη ζωή μας. 

'Ολοι παίζουμε σ' ένα παιχνίδι
που κανείς δεν κερδίζει.
'Ολοι αγνοούν τους κανονισμούς
κι οι κανονισμοί μας αγνοούν.
'Ολα γίνονται ερήμην μας.

Η ιστορία ένας σκουπιδότοπος
και σπασμένα ουράνια τόξα.
Κανείς δεν ακούει τον πρώτο λόγο
κανείς δε θ' ακούσει τον στερνό.

Παντού νυχτώνει
ένας αγέρας άγριος χτυπάει την πόρτα
φοβάται κανείς
ακόμη και να κλείσει τα μάτια.



 

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

ΟΝΕΙΡΟΠΟΙΗΤΗΣ








          

                                ΟΝΕΙΡΟΠΟΙΗΤΗΣ



Ο ονειροποιητής είναι αυτός που προφέρει  τ' αναρίθμητα
            ονόματα του κόσμου
που κάνει τη ψυχή μας να ταξιδεύει στις γωνιές του απείρου
ένα χάδι στο πρόσωπο της αστραπής
μια φλέβα χρυσού στο βράχο
            που κάνει όλο το βουνό ν' ακτινοβολεί
ένας ήλιος πουλί που πετά στις λαμπερές νεφέλες τ'ουρανού
μια αόριστη νότα από σπασμένες χορδές φωτός
ένας ψαράς πού βγάζει αγκιστρωμένες λέξεις ψάρια
            απ' το βυθό της καρδιάς του
το γέλιο μιας καμπάνας από νεφρίτη
ένα ρυάκι που λασπώσαμε      
αλλά που γρήγορα ξανατρέχει καθαρό νερό
η μνήμη του κόσμου που βρήκε το λαλητή της
ένα έρημο στάχυ που υψώνεται για να ταΐσει όλους τους       
            πεινασμένους.
 

Μια φωνή που καλεί το κενό ν' απαντήσει.


Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

ΜΙΑ ΦΑΟΥΣΑ ΣΗΜΑΔΕΥΕΙ ΤΩΡΑ ΤΟ ΧΡΟΝΟ






          
    ΜΙΑ ΦΑΟΥΣΑ ΣΗΜΑΔΕΥΕΙ ΤΩΡΑ ΤΟ ΧΡΟΝΟ


 Πουθενά κανένα φως
 μόνο το τραύλισμα της σιωπής πάνω στον τοίχο.
'Ολο τη βλασφημώ κι όλο πάνω της αρπάζομαι.

 Κλαίω με δάκρυα στις φυλλωσιές των σεντονιών.
'Ηχοι βαρύθυμοι
 σαν βράχοι μαύροι
 πάνω στο στήθος μου.

'Ο,τι ν' αγγίξω με πληγώνει
 αφού για άλλη μια φορά
 περίμενα στο ρολόι την αυγή
 κι όχι στην καρδιά μου.

'Ολα γίνονται στις μέρες μας
 όλο και πιο άσχημα
 γιατί πάνω στη φόρα μας
 να κυριαρχήσουμε στους άλλους και στα πράγματα
 χύθηκε πολλές φορές το αίμα τ΄ουρανού
 και τύφλωσε τα μάτια της ψυχής μας.

'Ετσι έμεινε ο λόγος μας γυμνό κόκκαλο
 που κρέμεται στο φράχτη του φωτός.

 Και φωνή δεν έχω πια να κραυγάσω
 για το τσακισμένο ρόδο του κόσμου
 και δύναμη δεν έχω να σταματήσω
 τον άνεμο εξαγνιστή που αφανίζει το δέντρο απ' τις ρίζες.

 Μια φάουσα σημαδεύει τώρα το χρόνο
 καλύτερα κι από ρολόι.


   

ΚΑΘΟΜΑΙ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΟΥ








                         
         ΚΑΘΟΜΑΙ  ΣΤΟ  ΜΠΑΛΚΟΝΙ  ΤΗΣ  ΨΥΧΗΣ  ΜΟΥ



Κάθομαι στο μπαλκόνι της ψυχής μου
μέσα στο τίποτα
ανίκανος για ουράνια θάματα
έχοντας ενδώσει
σ' όλα τα μαρτύρια της όρασης και της αφής
στο μεγαλειώδες αίσθημα
του πόνου των ανθρώπων.

Εξερευνώντας το σπήλαιο της ζωής
κατέληξα μόνον εραστής της μουσικής του Εαυτού.

 

Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

ΔΕ ΖΟΥΜΕ ΠΙΑ






         ΔΕ  ΖΟΥΜΕ  ΠΙΑ  

 


    Παντού το ίδιο κενό
    οι ίδιοι  άνθρωποι
    οι ίδιες λέξεις
    τα ίδια  λόγια
    ο πάγος πάντα μέσα μας
    η ίδια αποχαύνωση των  στιγμών.

    Δε ζούμε πια
    τα πάντα έρχονται
                          παρέρχονται
    και μόνο οι φευγαλέες εικόνες τους
    ειρωνικά μας αγκαλιάζουν. 

    Δε σ' αγγίζω
    δεν προλαβαίνω να μετρήσω τη ζωή μου
    δεν έχω πια τα μέτρα
    έστω αυτά της νοσταλγίας.

    Το βλέμμα γλιστράει
     κάτω απ' τα πόδια μου
     ούτε ένας ψίθυρος
     ούτε μια κραυγή.

     Τα πάντα χωρίς εξήγηση
      χωρίς προειδοποιητικά σημάδια
      καρφωμένα στις σιδεριές τ' ουρανού.

     'Ολα σιωπηλά
                       ακίνητα
                                παγωμένα
       μέσα μας μένουν
     
      τους κρεμασμένους στις πόρτες του φωτός.


   
                                                                                           Σταύρος  Μίχας
   

Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2013

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΥΓΚΟΥΛΟΣ, ΑΠΩΝ - Παντελής Γιαννουλάκης


Εχάθη
στις φωτισμένες στοές
προς την Κούφια Γη
ακολουθώντας το όραμα
ενός κρυφού καλύτερου κόσμου
και της Αιώνιας Ζωής
στα ιερά υπόγεια νερά
στο άκτιστον Φως
στον Άγνωστο Πόλεμο
στους μυστικούς αριθμούς ως Πυθαγόρειος
και στις λέξεις αγνώστων γλωσσών
ερδεσιανών, των συνθηματικών των νάνων
και των νεράιδων των φαρραγγιών
που προσπάθησαν να τον απαγάγουν κι απέτυχαν
τόσες φορές
Και σε σκονισμένους ναούς
πίσω από παλιές κλειδωμένες πόρτες
και σε υπόγεια γεμάτα με κόκαλα
ανθρώπινα
και πάνω στα βουνά τα μαύρα
όπου βλέπαμε φωτιές μέσα στη νύχτα
και θεούς που ψιθυρίζανε
Και μέσα στις αρχαίες σπηλιές
που κάποτε μαζί ακoλουθήσαμε τα ξωτικά
κι ακούσαμε το τραγούδι των Νυμφών
Νυμφόληπτος
Εκοιμήθη
σκιά μεσ’ στις σκιές της νύχτας
μαζί με τα φαντάσματα
Και περιηγείται πλέον στα όνειρα
των φίλων
των καρδιακών φίλων
που απέτυχαν να τον ακολουθήσουν
στον Υπερβορρά
σε τριακόσιες χιλιάδες σελίδες σημειώσεων
που κανείς δεν θα διαβάσει απ’ τα σεντούκια
στην καλοσύνη και στην αληθινή ευγένεια
και σε μεθύσια απελπισμένα και σε ξεσπάσματα
σε χρόνια και χρόνια μοναξιάς στις ερημιές
και σ’ άλλες πραγματικότητες
που κανείς δεν φαντάστηκε ποτέ, κι ούτε θα φανταστεί
Στον κόσμο των ιδεών
που δεν λυπήθηκε ποτέ κανέναν
και θέλει μόνο να μεταδωθεί, μέσα από σένα, μέσ’ από μένα
δεν θα θυμάται τον Δημήτρη
με το μικρό νοικιασμένο αυτοκινητάκι γεμάτο βιβλία και προμήθειες
που μίλησε με τους αγγέλους
και διηγήθηκε την ιστορία
αλλά δεν τον πίστεψε κανείς.


Εχάθη
όπως εχαθήκανε όλες οι στιγμές της ζωής του
στη χιονισμένη Μινεσότα και στο μαύρο Κολοράντο
στα νυχτερινά φυλάκια
στους καταυλισμούς των Ινδιάνων με τα τοτέμ
σημειώνοντας σύμβολα, χορούς και μαγικές προσευχές
και στις ηρωικές μάχες εναντίον των Ντέρος
και στις ξανθές ερήμους του Κατάρ, με τους Σεϊχηδες
μέσα στις λιμουζίνες με καλυμμένα τα πρόσωπα
στις εξοχές της Ολλανδίας με τους Βριλ
και στο Λονδίνο στις υπόγειες βιβλιοθήκες
Επικινδύνως οδηγώντας αυτοκίνητα της βρετανικής στρατιωτικής αστυνομίας
(μια κόρη άφησε στην Αγγλία, που δεν θα μάθει ποτέ τίποτε γι’ αυτόν)
Και στη Σαχάρα, παραδόξως στην ομορφιά των μεγάλων οριζόντων
και στην Αθήνα αλληλογραφώντας με τον Μεγάλο Δράκοντα στη Λουιζιάνα
και στην Κρήτη, που κατεβήκαμε στον Ομαλό με ξαστεριά
και στην Ευρυτανία και στη Γκιώνα, και στο Κιλκίς, στη Ρούμελη και στη Γραβιά
και στους Δελφούς, στα μυστικά μέρη, στον Παρνασσό
Όπου στέγασε την κατάκοιτη γριά μάνα του μέσ’ στο φαράγγι στο Ζεμενό
άφησε ηθελημένα τη βίλα στην Κηφισιά στην Αθήνα και πήγανε εκεί
σ’ ένα σπιτάκι στην ερημιά
όπου κοιμόταν στον καναπέ
Γύρισε όλα τα μέρη της Ελλάδας, πολλές φορές
συχνά ολομόναχος, μέσα στα χρόνια
Μα και τόσες εξερευνήσεις κάναμε μαζί οι δυό μας
κι άλλες φορές ήμασταν με τον συγχωρεμένο πια τον Κλεομένη
που ήξερε τα μονοπάτια
ή με τον Σταύρο που έγραφε ποιήματα
ή με τον Νίκο την τελευταία φορά
Εχάθη
Κι όμως ήξερε τα πάντα για όλα τα μέρη
είχε τους χάρτες για τα μυστικά
ήξερε πώς να προσεγγίσει
κι ήξερε τους κώδικες και τα σημάδια
Όλα τα ήξερε, και τά ‘λεγε σε μια δική του γλώσσα
που λίγοι καταλάβαιναν, αν ήξεραν, όλα τα ήξερε
(κι έρχονταν κάποιοι πονηροί να τού τα κλέψουν
μα πώς να κλέψουν κάτι που δεν καταλαβαίνουν
τί να το κάνουν;)
Κι ήταν παντού σαν να ήταν στο σπίτι του
κι όπου κοιμόταν εκεί ήταν κι η πατρίδα
κι από συνήθεια δεν μπορούσε σ’ ένα μέρος να μείνει για πολύ
κι έβλεπε πράγματα που άλλοι δεν βλέπουν
είχε τη Δεύτερη Όραση
και την Καλη Ακοή
ντυμένος πάντα σαν στρατιώτης
κι ήταν ωραίος δάσκαλος, με τον τρόπο του
Δεκαέξι χρόνια ήμασταν φίλοι
Ώσπου Εχάθη
έχω ακόμη τη φωνή του ηχογραφημένη σε κασσέτες πολλές
και το πνεύμα του σε μνήμες, σε συνεντεύξεις στο χαρτί
και σε κείμενα συνθηματικά και σε λεξάριθμους
και τον λεπτό γραφικό του χαρακτήρα
στα περιθώρια των σελίδων των βιβλίων
και σε επιστολές από μακριά
κι ένα βουνό από φωτογραφίες που βγάζαμε
Κανένα έξοδο δεν λογάριαζε και κανένα κέρδος
τίποτε δεν ήθελε να έχει ιδιόκτητο
τα πούλησε όλα
έδωσε όλα του τα λεφτά
στους ανάξιους
στους φίλους κερνούσε πάντα το φαγητό και το κρασί
και τις βενζίνες
κι όλα τα βιβλία τα χάρισε
τις βαλίτσες και τα σεντούκια με τις σημειώσεις πάντα μού έφερνε
δέκα μεγάλες μαύρες σακούλες μού έδωσε
γεμάτες με πολαρόιντ φωτογραφίες από παντού
κι είχε κι ένα πιστόλι, κι έναν χάρτη με τη μεγάλη μυστική στοά
Και μια νύχτα μού είπε
«Παντελή, Παραδίδω Εαυτόν Εις Κύριον»
Τίποτε δεν είχε να παραδώσει
παρά μόνο γνώσεις κι όνειρα
Κι ένα κουφάρι κουρασμένο από την κόλαση
αυτήν που ζούμε εδώ στην Επιφάνεια
μακριά απ’ τους κρυφούς παραδείσους
για τους οποίους κάποτε θα γράφαμε βιβλία συναρπαστικά
που δεν τα γράψαμε ποτέ.

Εχάθη
Η Γνώση δεν τον λυπήθηκε
Ούτε αυτόν
Τον αθώο από μεγάλα κρίματα
Τον ακούραστο περιηγητή
Η θλίψη του κόσμου
τον στοίχειωσε και τον αρρώστησε
τον άφησε μόνο του
η παράξενη μοίρα
σ’ ένα άσυλο για τους φτωχούς
και για τους άστεγους
όπου κοιμόταν
μεταμφιεσμένος
Ο πιο πλούσιος άνθρωπος του κόσμου
με την καλύτερη ανατροφή
με την καλύτερη παιδεία
έπειτα από τον γύρο όλου αυτού του κόσμου
και των άλλων κόσμων
με μια χαμένη περιουσία στις εξερευνήσεις
ταπεινός απόλυτα
(κι αβοήθητος, από τρέλα, ντροπή ή περηφάνεια, ή από πεπρωμένο)
Ευγενής ως το τέλος
Αθόρυβα
δραπέτευσε πέρα από τον Θάνατο
Ολομόναχος
μα με Ελπίδα
Ποιος ξέρει πού να είσαι τώρα
Δημήτρη


Παντελής Γιαννουλάκης




Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

ΝΑ ΄ΤΑΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΔΙΠΑΤΟΣ-Δ.ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ - Μ.ΓΚΑΝΑΣ



                    ΝΑ ΄ΤΑΝ   Ο  ΚΟΣΜΟΣ  ΔΙΠΑΤΟΣ


                      Να 'ταν ο κόσμος δίπατος
                      θα ήτανε περίπατος.
                      Μα έχει ένα καλώδιο
                      που πάει στο υπόγειο.

                      Εκεί είναι μηχανήματα
                      που γνέθουν μαύρα νήματα.
                    'Eχει  και μηχανήματα
                      που πλέκουν  άσπρα νήματα.

                     Του κόσμου τα πατώματα
                     καλύτερα λησμόνατα.
                     Ισόγειο κι υπόγειο
                     μας κάνουν την υδρόγειο.

                     Τη μέρα ξεκουράζονται
                     κι όλη τη νύχτα βιάζονται
                     να πλέξουνε σκοτάδια
                     στα λυπημένα βράδια.


   Τραγούδι από τον δίσκο ''της ζωής μου το φίλμ'' του Γιώργου  Λυκούρα 1988.




Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2013

ΑΥΛΟΣ ΗΧΟΣ - Ζήσης Οικονόμου

ΑΥΛΟΣ ΗΧΟΣ

Πλύθηκε χτενίστηκε
συγκάθεται μ’ αυτόν τον φιλέρημο λόφο
και στίχους, εσχεδίασε αιθέριους και σκληρούς

Λαβύρινθοι, συρμοί, συγκρούσεις, πτώσεις, αναστάσεις
στενωποί, ωκεανοί.
Ο ήχος είναι από Εσένα
Χάρισμα, χαρμονή των άϋλων δονήσεων
περ’ απ’ τις κινήσεις των μορφών και των αισθήσεων
κι απ’ τα δεσμά των κόσμων.

Πλύθηκε χτενίστηκε
είναι καλό το βράδυ αυτό
βράχοι στητοί σ’ απότομα νερά της θάλασσας
και τρυφερή η καρδιά του.