ΚΥΡΙΕ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ
στον Σωκράτη Σκαρτσή
Κύριε της σιωπής
έσπασα το ελκυστικό μου κλουβί
κι έτρεξα μες στην ευαίσθητη νύχτα
σαν ένα γρήγορο ελάφι
ένα τριαντάφυλλο θα γεννήσει αύριο την άνοιξη
κι εγώ θα τραγουδώ στη χλόη.
Παραλλαγή παλαιότερου ποιήματος.
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΡΑΦΕΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ
Ο ουρανός κατάκοπος κοιμάται στη γη
κι εγώ ξεκομμένος απ' τους ανθρώπους
κι απ' τον ίδιο μου τον εαυτό
η μέρα μου έγινε ύπνος
κι ο ύπνος μου έγινε φωτιά
φωτιά και στάχτη.
Είναι η εποχή που ο ποιητής
γράφει το τέλος του
σε μια διαύγεια που είναι πληγή
εγγύτερη στον ήλιο.

ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ
Εκείνη τη νύχτα
όταν έφυγε η μάνα μου
ένιωσα μια ψύχρα στο πρόσωπό μου.
Μια κραυγή διαπέρασε τον ύπνο μου.
"Μην κατεβαίνεις στο βαθύ χάσμα του κόσμου
μάνα μου"
φώναξα
"Μην αφήνεις τα μάτια μου δίχως φως."
Τότε ένας άγνωστος μαυροντυμένος άνδρας
διέσχισε το όνειρό μου.
Μες στο στόμα του μπαινόβγαιναν μαυροκίτρινες πεταλούδες.
