Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΠΟΥ ΝΑ ΤΗ ΒΑΛΕΙΣ ΠΡΟΣΚΕΦΑΛΙ

















                     

          ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΠΟΥ ΝΑ ΤΗ ΒΑΛΕΙΣ ΠΡΟΣΚΕΦΑΛΙ



                Δεν υπάρχει μια λέξη που να τη βάλεις προσκεφάλι
                Τα πάντα ένα συνεχές πηγαινέλα
                από τα πράγματα στα ονόματα και πάλι πίσω
                Κι όμως εγώ
                διόλου δεν μετακινήθηκα.

                Μεταξύ του ποτέ και του πάντα
                φωλιάζει το αστραφτερό μου τίποτα.
       
                Βλέπω
                          ακούω
                                    τα βήματα του φωτός.

                Σύμπαντα εν πλω
                Κόσμοι εν εκρήξει
                ουρανοί ατάραχοι
                                     αδιάφοροι και άδειοι
                ριζώνω σε τούτη τη στιγμή ακινησίας

                                     'Ολα είναι τώρα
                                     'Ολα είναι πάντα
               'Ολα είναι τίποτα.
          







Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

Η ΚΟΡΗ ΜΕ ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΠΟΙΗΜΑ





















   
                      H ΚΟΡΗ ΜΕ TO ΧΡΥΣΟ ΠΟΙΗΜΑ

                                                   Μνήμη Ανδρέα Εμπειρίκου


               Είχε η χλομή κόρη
               στο στόμα  χρυσό ποίημα
               και τα μαλλιά λυτά
               είχε στην πλάτη.

               Καθόταν γυμνή στο μαύρο πιάνο
               που΄ χε ρόδες κόκκινες
               παίζοντας σεληνοηλιοτράγουδα
               κι αυτό κυλούσε στις ρίζες των δέντρων
               στριφογυρνώντας  απαλά μέσα στο μαύρο δάσος.

               Ξαφνικά γιγάντιοι Μυρμιδόνες
               βγήκαν τρέχοντας μέσα απ' την Οίτη
               κρατώντας τσάπες , φτυάρια και αξίνες
               κι έσπαζαν το φεγγάρι σε μικρά διαμάντια.

               Τότε η χλομή κόρη
               έβγαλε απ' το στόμα της το χρυσό ποίημα

               και το κρέμασε στον ουρανό.
              


   




MATRIX















                          ΜΑΤRΙΧ


                 Παράφορε ήλιε
                 μιας εξέχουσας αγριότητας

                 κάψε με

                 και σεις λησμονημένα κρινάκια
                 μιας άλλης καθαρότητας

                 στολίστε με

                -καθώς γερνάω βρεφικά
                 σ' αυτήν την αθλιότητα του είναι
                 με όνειρα σκύλου-

                 ανεβαίνω δροσερά γαλήνιος
                 τις σκάλες των ματιών
                 ν' αγκαλιάσω ολάκερη τη θλίψη
                 για μιαν Ανάσταση

                 σ' αυτήν τη μέδουσα γεννήτρια του κόσμου μας
                 που γυρνάει αργά γύρω απ΄ τον εαυτό της
                 -ηλεκτρικός ουροβόρος όφις-
                 ρουφώντας ψυχές πληγές και σώματα
                 εμφιαλώνοντας νέες ζωές γέρικες
                 σ'  αυτό το εργοστάσιο του θανάτου.

          
          




Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

ΡΙΓΜΕΝΟΣ ΜΕΣ ΣΤΟ ΦΩΣ













  
                         ΡΙΓΜΕΝΟΣ ΜΕΣ ΣΤΟ ΦΩΣ



                  'Ηλιος ωραίος λαμπερός
                   κρέμεται στους βράχους
                   κι εγω ριγμένος μες στο φως
                   τρέχω ξυπόλητος
                   γδυμένος τα πράγματα του κόσμου.









Τρίτη 6 Μαΐου 2014

ΕΧΕΙ ΚΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝIΚΟ ΤΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ

















       


        ΕΧΕΙ ΚΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ



                        Δεν κρατάει λουλούδια το άπατο της μνήμης
                     ούτε η ζωή σου είναι ζεστή και ανθοφόρα.

                     Ο άνεμος γυρίζει σα μαχαίρι στα βάθη της καρδιάς
                     κι ο ήλιος  λιώνει τα κέρινα φτερά σου.

                     Λάμπει ο 'Αδης σα λεπίδα ξυραφιού
                     και καταργεί της σωτηρίας το χέρι .

                     Το πρόβλημα είναι τι κάνουμε με τις σκιές
                     στο τρομερό κι αόρατο του ψεύτη χρόνου
                     όταν τα σεντόνια της νύχτας ερωτεύονται τα σώματα
                     και μας σκεπάζουν εφιάλτες.

                     Το σκοτάδι καραδοκεί
                     και το κερί μας ανήμπορο να μας φωτίσει.

                     Ποιός οδηγεί τη λευκή πεταλούδα
                     στο σπίτι του θανάτου ;

                     Ποιός όπλισε τους αετούς της νύχτας ;
                     Ποιός ύψωσε κατάσαρκα τα τείχη ;

                     Καίγομαι στην εξουσία των αριθμών
                     κι η γλώσσα είναι ιός απ' το διάστημα.
                    'Ετσι μας σπρώχνουν οι ψυχές στο κενό των αστεριών
                     μόνος σου να ζεις
                     και μόνος να πεθαίνεις.

                     Κλείνουν οι δρόμοι
                     και βομβίζει η μέρα πέτρες του ήλιου.
               
                     Η νύχτα παγώνει στους κροτάφους
                     κι όλα ρυθμίζονται στο μαύρο.

                     Εχει κι ο θάνατος
                     τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή.


                   
       


ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΜΙΑ ΦΩΤΙΑ ΑΠΟ ΠΑΓΟ


                                                                               








ΝΥΧΤΟΥΡΓΟΣ



















                                    ΝΥΧΤΟΥΡΓΟΣ


         'Ολη τη νύχτα ταξίδευα πάνω στο φιδίσιο άνεμο.
         'Ηπια απ' όλα τα πηγάδια του κόσμου το νερό της μνήμης.
          Διέσχισα τους μυστικούς δρόμους της καρδιάς.

          Είμαι τ' όνειρο που κρέμεται στα λαμπιόνια τ' ουρανού
          στα σκοτεινά τα μάτια του θηρίου
         'Ενα λυπημένο μισοφέγγαρο.
          Μες στα φύλλα της ψυχής μου πετούν πυγολαμπίδες.
       
          Ας προσευχηθούμε τούτο το βράδυ στα πόδια των αλόγων
          κάτω απ' τις ιτιές των αστεριών
          κι όχι στα κρύα πλακάκια του σπιτιού μας.
          Ας πλαγιάσουμε στη λαμπερή σκόνη του Γαλαξία
          κι όχι στα ζεστά μαξιλάρια της θλίψης.

         'Ολη η παιδική μας ηλικία ας κρεμαστεί
          στα ευαίσθητα μάτια του έρωτα.
          Κρύσταλλα από φωνές Αγγέλων και καμπανούλες
          ηχούν στους αγρούς των εραστών.
          Ακούγονται οι αυλοί της άνοιξης στη συνάθροιση των πουλιών.
          Οι βοσκοί και τα ελάφια αγκαλιάζονται γύρω απ' τις φωτιές
          που ανάψαμε στ' Αρχαίο δάσος.

          Πορφυρά γέλια αντηχούν
          κι ένας τρελοκούκος
          χορεύει στ' ασημένια βλέφαρά σου.