Δεν θέλω πια να μένω ακίνητος
να πετώ θέλω με την ταχύτητα του φωτός.
Λίγο με νοιάζει η αρχή του κόσμου τούτου.
Αφού η γη που μας κουβαλά τρέμει
αχ να κατοικούσαμε σ' έναν άλλο κόσμο
ίσως τον ενδιάμεσο
περπατώντας απ' τη μια αυγή στην άλλη
έτσι σχεδόν χωρίς βάρος
θα μπαίναμε
ζωντανοί στο αιώνιο
ενώ οι άγγελοι του χρόνου
θα επιδιόρθωναν το διάστημα.

Μέσα απ' την απόλυτη διαφάνεια
αυτός ο αέρας που δεν φαίνεται
φέρνει ένα μακρινό πουλί από δάκρυα φτιαγμένο.
Εδώ η γη ξεγυμνώνεται
κι ορθώνεται η σιωπή
κατακλύζει τους κόσμους.
'Ομως πάω γυρεύοντας ποιον;
Ποιος να μου μιλήσει;
Η φωνή μου θαμμένη στο χώμα
ενώ στα μάτια μου
δεν υπάρχει φωτιά
μόνο πέτρα.
Φεύγω και συνεχίζω να γερνάω
καθόλου δεν με νοιάζει.
'Ολα αυτά τα ζωντανά
ή αόρατα πνεύματα
γιατί μας σπρώχνουν στο σκοτάδι;
Οι "ωραίες μέρες" ας βουλιάξουν στο τίποτα.
Η μέρα μου ας κρυφτεί
στην σκιά του εαυτού μου.
Σε λίγο θα βραδιάσει
στο βάθος του αιθέρα ήδη
ακούς τον κραδασμό των μηχανών της γης.

Ακίνητο
όχι στον αέρα
αιώνια στη στιγμή
το πουλί που τραγουδεί.

στον Λάμπρο Σπυριούνη
Σ' αυτό το τίποτα
μόνος του τίποτα
όταν όλα είναι τίποτα
κι εσύ το πιο ωραίο τίποτα
το πιο τίποτα απ' το τίποτα.
Τιποτένια τυπώνεις
το ποίημα στο τίποτα
σαν ένα τίποτα
στο τίποτα του όλου.

Θ' ανοίξω πόρτες και παράθυρα του νου
μ' ένα ματσάκι αστραπές.
Απ' τον λαιμό μου θα ξεκρεμάσω όμορφες λέξεις
και θα τις βάλω να φάνε την καρδιά μου.
Με δάκρυα χαράς και λύπης θα τις πνίξω
ύστερα θα τις κοιμίσω με το κρασί της λησμονιάς μου.

Ο ήλιος κάθε μέρα είναι καινούργιος
τα μάτια μου όμως που τον βλέπουν
δεν λάμπουν
δεν χαίρονται.
Αν εδώ η σιωπή μου μιλούσε
τα λόγια της θα ήταν πέτρινα.
Αναπνέω την άδεια στιγμή
την αιώνια
κι η σκιά μου πάει κι έρχεται
μέχρι να γίνω πέτρα.
