Τετάρτη 14 Μαΐου 2014

ΜΗΝ ΚΑΙ ΞΥΠΝΗΣΕΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ


















                 

            ΜΗΝ ΚΑΙ ΞΥΠΝΗΣΕΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ


           Σε βλέπω πάντα
           σ'  αγγίζω
           δέντρο χρυσό του κόσμου
           μιλιά του όλου
           κύμα φωτός στα δάχτυλα
           λάμψεις γυμνές του ήλιου.
           Γέλιο που χαράζεις κόκκινο λουλούδι
           στο στόμα μου.

           Μικρό πουλί η χαρά
           γλιστράει στο στήθος
           με γαργαλάει σα σύννεφο
           και γίνεται σκιά μου.

           Γυμνός ξαπλώνω μες στα χόρτα
           και κελαηδώ το φως
           που τρέχει αλαφιασμένο.

           Τη μικρή μου σκέψη τώρα σεργιανίζω
           κρατώντας τη σιωπή στα βλέφαρα
           μην και ξυπνήσει ο ουρανός
           κι έτσι χαθεί το θάμα.
         







ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ Τ ' ΟΥΡΑΝΟΥ







                    ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ Τ '  ΟΥΡΑΝΟΥ

                                                                      στον  Τόλη  Νικηφόρου


     
      Να γιορτάζεις το φευγαλέο πέρασμα των στιγμών
          την κάθε ώρα που έρχεται
          όταν το φεγγάρι σιωπά
          κι η νύχτα χαμογελάει τυφλή
          την ώρα του ρεμβασμού και των ονείρων
          η αύρα και τα λόγια δε διαφέρουν
          το τοπίο που βλέπεις είναι μια γλώσσα
          μόνο η κίνηση των χεριών
          μπορεί να επαναλάβει την γεωμετρία ενός πουλιού
          και τη ντροπαλότητα των γαλάζιων ίσκιων.

          Παρ'  όλο που γεννηθήκαμε χωρίς φτερούγες
          -στο έδαφος-
          έχουμε μια αδέξια κλίση προς τον ουρανό.
  
        






ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΘΗΛΑΖΕΙ ΑΘΩΟΤΗΤΑ
















    
       ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΘΗΛΑΖΕΙ ΑΘΩΟΤΗΤΑ


                   Στάσου
                έχω ξαναπεράσει από δω
                γνωρίζω αυτά τα σχήματα
                αυτές τις μορφές.
                Κάτω απ' τα δάχτυλα του ήλιου
                ξέρω πως θα γίνω
                πάλι η καινούργια μέρα σου.
                Θα μ'  αναγνωρίσω
                στο φως
                θα γίνω φιλί στο στόμα  σου.

               'Ενα παιδί
                που θηλάζει αθωότητα.

      
              






Τρίτη 13 Μαΐου 2014

ΘΑ ΣΕ ΒΡΩ ΠΑΛΙ






















                   ΘΑ ΣΕ ΒΡΩ ΠΑΛΙ


            Τώρα είμαι πάλι γυμνός
            γυμνός κι ερημωμένος
            στο γκρεμισμένο φως.

            Θα διαλέξω ένα δέντρο
            κι έναν ήλιο
            κι ένα σύννεφο
            και με μια πέτρα
            θα χτυπήσω το παραθύρι τ'  ουρανού.

            Θα  σε γυρέψω στις γωνιές του ανέμου
            στων πουλιών τα όνειρα
            στο άρωμα των γιασεμιών
            σε μια χούφτα στάχυα
            στα μάτια του ελαφιού
            στο πρόσωπο της νύχτας
            στων νεράιδων τη φωνή
            στων αστεριών τη μουσική
            στου φεγγαριού το δάκρυ

            Και θα σε βρω πάλι
            ρόδο της ζωής αγαπημένο.
              
     





ΦΩΤΕΙΝΗ ΣΙΓΗ
















 
              ΦΩΤΕΙΝΗ ΣΙΓΗ


            Φωτεινή σιγή
            φτερούγισμα γαλήνης
            σιωπή πάνω στη σιωπή
            πέτρα πάνω στην πέτρα.

            Κύματα χρυσού φωτός
            πάνω στο σώμα μου
            ράμφισμα ανέμου
            λίκνισμα νερού
            στου πηγαδιού το μάτι.

            Μικρές αιωρήσεις χρυσοπράσινων φύλλων
            γρατσουνιά σύννεφου
            στην άκρη τ'  ουρανού
            οι ακτίνες του μεσημεριού με λογχίζουν
            στάζει ο ιδρώτας σιωπηλός
            σταλαγματιές διαμάντια.

            Φως πάνω στο φως
            σαύρα πάνω στο βράχο
            χτύπος σιγανός νεροσυρμής
            γαλήνη πετροπρόσωπη
            και φως κομματιασμένο.

            Μέρες γιορτής
            ώρα της προσευχής
            βήμα ικέτη
            μες στο φως
            μέσα στην τάξη.
     






ΜΕ ΤΙΣ ΦΤΕΡΟΥΓΕΣ ΤΗΣ ΝΕΑΡΗΣ ΜΕΡΑΣ

















               ΜΕ ΤΙΣ ΦΤΕΡΟΥΓΕΣ ΤΗΣ ΝΕΑΡΗΣ ΜΕΡΑΣ


          Στέκομαι στο τίποτα
          το τίποτα σκάει στο μέτωπό μου σαν αγριόλαμπρος ήλιος
          ας δραπετεύσω μες στο κενό
          με τις φτερούγες της νεαρής μέρας.

         'Ολα τ'  άχρηστα πράγματα του κόσμου
          πέφτουν
          κυλούνε
          χάνονται

          κι ολόκληρο το σύστημα του σύμπαντος
          το νιώθω  πως τραντάχτηκε
          απ'  τους σεισμούς του τώρα
          μια αλλαγή δίχως βάρος
          μια κίνηση προς τα μπρος
          το άπλωμα του κύματος στη διαφάνεια που έρχεται.

          Ο χρόνος δεν μπορεί να σπάσει τις φτερούγες μου
          Είμαι απ'  αυτούς που ευνόησε η φωτιά
          τυλιγμένος με τους διαμαντένιους μανδύες της αυγής
          κοντά στους ήχους του ήσυχου ουρανού
          πάνω απ'  το ευωδιαστό χορτάρι
          μονάχος στο ποίημα του καλοκαιριού
          που πάει να πει να ξεχάσεις το χρόνο και το θάνατο
          κυνηγώντας ακούραστα σύννεφα ένα ολόκληρο πρωί
          κι άσε τον τροχό να γυρνά πέρα απ'  τον εαυτό του.

          





Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

ΠΟΣΟ ΓΡΗΓΟΡΑ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΝΥΧΤΑ

















     ΠΟΣΟ ΓΡΗΓΟΡΑ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΝΥΧΤΑ


       Το απόγευμα είναι κιόλας στον αέρα
       Νιώθω παράξενα γαλήνιος εδώ
       χωμένος στη χοάνη του χρόνου
       σ'  αυτήν την αργή περιστροφή του ήλιου
       γύρω απ'  τον εαυτό μου
       παγιδευμένος στην πληρότητα της ώρας
       με μάτια σαστισμένα
       να χάνονται σε στρώματα γαλάζιου ουρανού
       στο πράσινο που στάζει σιωπή
       ανάμεσα στις σεμνές σκιές των βράχων
       και τις στερνές ανταύγειες της μέρας
       στα χόρτα που φιλούν το τελευταίο φως
       και στο παράξενο ψιθύρισμα των άστρων που σιμώνουν.

      'Ερημος είμαι πια
       χαμένος σ'  αυτήν την αβάσταχτη γλύκα
       σ'  αυτήν την αβάσταχτη σιωπή.

       Γυρνώ γεμάτος φως στο σπίτι
       και βρίσκω το σκοτάδι
       πάλι να χαμογελά.

       Πόσο γρήγορα
                                        έρχεται 
                                                          η νύχτα.