Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ



Η ΚΑΘΟΔΟΣ  ΤΟΥ  ΠΟΙΗΤΗ



Βηματίζω  μες  στο δωμάτιο

αχνίζει  ζεστή η ανάσα  μου

Τοίχος

Τοίχος

κρύος  της ομιλίας.



Η  φωνή  μου  είναι  εδώ

ειν’ η φωνή μου εκεί



κι εγώ μπορώ να κουβεντιάσω

μόνο με τον εαυτό μου.

Αλλά κι εγώ είμαι ένας άλλος

………………………………

Προς

τα

      κάτω

προς

      τα

κάτω

πρέπει


          να

               πάω

 να

      πέσω





Να

     χυθώ

   μέσα

           στη

                μαύρη

                        γλώσσα.



Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ



ΤΟ  ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ  ΠΟΙΗΤΗ


Κοιμάμαι χρόνια  σ’ αυτό το σπίτι
Το διάτρητο  από ήχους.
Πολλοί  προσπαθούν  να διασχίσουν τους  τοίχους
να μπούνε  μέσα μου
τους  αποκρούει  η καρδιά μου.
Οι  παφλασμοί τους  φτάνουν μέχρι εδώ
Ταράζουν  συθέμελα το σπίτι.
Ουράνια τόξα δεν υπάρχουν πια
Βήματα που πατούν προσεχτικά  μην ακουστούν
μακρόσυρτοι αναστεναγμοί
λόγια που σέρνονται συρίζοντας
στα καλώδια των τοίχων
μουσκεύουν τα όνειρά μας
τις μέσα όχθες της ψυχής μας.
Τα μάτια μου ορθάνοιχτα
κάτω από τους  επιδέσμους της ζωής
προσπαθούν για να τους  δουν.
Να  μπορούσα  τουλάχιστον  να σας  κάνω  να νιώσετε
ότι αυτές  οι δονήσεις κάτω  απ’ τα πόδια μας
στοχεύουν  το μυαλό μας.

Ερωτήσεις  που οργισμένα  κάποτε  ξεστόμισα
επιστρέφουν  σα  γέλια.
Δε  με χτυπούν
περιβάλλουν το  σχήμα  μου με τρόμο.
Τους  αντιστέκομαι.
Θα είναι  εκεί ακόμα  κι  όταν  θα έχω  φύγει.
Κάποτε  πρέπει  να μάθω να σιωπώ οικιοθελώς
επειδή η ύστερη  πράξη  θα γίνεται πάντα  και πάντα.
Κοιμάμαι  στο σπίτι  των υπνοβατών.
Πολλά πρόσωπα  εδώ είναι απελπισμένα
κι άλλα  χαμένα  στα δωμάτια  της  λησμονιάς.
Βαριανασαίνουν
Παλεύουν  να επιστρέψουν
Το  βλέμμα  τους με  προσπερνά.
Κάποια  στιγμή  συναντιόμαστε
κι αλλάζουμε  σπάνιες  ματιές.
Τους  ίσκιους  της ψυχής  μας.


Αυτό  δεν είναι  σπίτι  μα  έχει  κάμαρες  πολλές
βγαίνουν  απ΄το  μεγάλο μας  κενό
και τον πικρό  τον ύπνο
κι από μια θλίψη  ακατονόμαστη.








Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

ΚΟΣΜΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ - Ζήσης Οικονόμου

ΚΟΣΜΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ

Με τα μάτια ορθάνοιχτα και όμως τυφλοί
περιφερόμαστε σ’ αυτή την ανακύκληση
στα βάρη άλλα βάρη προσθέτοντας
γεννήσεις, θάνατοι, ξανά γεννήσεις
μαγνήτης η μνήμη, την ξυπνούν άστρων τροχιές
στις σχέσεις καθημερινότητας.

Μάτια ορθάνοιχτα και όμως τυφλοί
κοπιάζουμε γύρω από είδωλα και λέξεις
τίποτε η ζωή δε μας δίδαξε.
των σκέψεων αιχμάλωτοι και των συναισθημάτων
παγιδευμένοι στο έργο μας
οι πολιτικοί μας στεφανώνει ως αγνώστους στρατιώτες
πτώματα που οι θρησκείες ευλογούν
κουλτούρες εκπορεύουν πτωμαΐνη
επιστήμες οπλίζουν το Έρεβος
στοιχειώδη μας στερούν οικονομίες
εκφυλίζουν οι ευζωϊσμοί
και όμως η Γαία, που έχει νέκρας επίγνωση
μήτρα δεκτική και τροφός κοπαδιών
σε φυσικά, κοινωνικά και παραφυσικά δεσμωτήρια.

Σ’ αυτή την κλίμακα ανόδων και καθόδων του σύμπαντος
σπειροειδή η δυστυχία μας
με τα μάτια ορθάνοιχτα και όμως τυφλοί
σαν τις ψυχές που τις ρουφά η Σελήνη
εκφράζοντας τες μ’ εφιάλτες προς κόσμο-μηδέν,
όταν δεν ευδοκιμούν να επιστρέψουν στο γήινο κύκλο
αν εγκαίρως δεν εξέλθουν απ’ το ρεύμα του υπνώδους ποταμού
προς τους σταυρούς και τις διαμονές
της κοσμικής περιπέτειας.